«Ἀναμνήσθητε γάρ ὑμεῖς τίς ἦν πρώην (πρός ἐμέ τόν, εἰ μηδέν ἄλλο, ἐξ ἐκείνων γενόμενον ὧν ἀπ’ Εὐρυσθένους τοῦ καταγόντος Δωριέας εἰς Σπάρτην μέχρι τοὐμοῦ πατρός αἱ διαδοχαί ταῖς δημοσίαις ἐνεκολάφθησαν κύρβεσιν) ἄνθρωπος οὐκ ἔχων εἰπεῖν ὄνομα πάππου…» και «Ὤ μοι Κυρήνης, ἧς αἱ δημόσιαι κύρβεις μέχρις ἐμοῦ κατάγουσι τάς ἀφ’ Ἡρακλέους διαδοχάς«.
(…)
Διεκτραγωδεί τα δεινά της πατρίδας του, αλλά και του ίδιου και δηλώνει με πόνο ότι αν επιβιώσει και κατορθώσει να φτάσει στα Κύθηρα θα ζήσει ως «πήνης ἀπό κτηματικοῦ, μέτοικος, ἀτιμότερος ἀστοῦ…ξένος, ἀλήτης», αυτός ο ένδοξος απόγονος των Δωριέων.
Θυμάται την καταγωγή του και θρηνεί ως πολίτης της «ἀρχαίας πόλης»,
«Ὤμοι Κυρήνης ἧς αἱ δημόσιαι κύρβεις μέχρις ἐμοῦ κατάγουσι τάς ἀφ’ Ἡρακλέους διαδοχάς, οὐ γάρ ἄν εἴην ἀρχαῖος ἐν εἰδόσιν ὀλοφυρόμενος τήν καταβεβλημένην εὐγένειαν. ὤ μοι τῶν τάφων, ὧν οὐ μεθέξω τῶν Δωρικῶν». Αλλά παράλληλα θρηνεί και ως ιεράρχης, ως «ὕστατος ἱερεύς» της δύστυχης «Πτολεμαΐδος» και δηλώνει «ἔδει μέν οἴχεσθαι πλέοντας, ἀλλ’ ὅταν ἐπί ναῦν τις καλῇ, μικρόν ἀναμεῖναι δεήσομαι, βαδιοῦμαι γάρ πρῶτον ἐπί τόν νεών τοῦ θεοῦ, κυκλώσομαι τό θυσιαστήριον, δάκρυσι βρέξω τό τιμαλφέστατον ἔδαφος, οὐκ ἀποδραμοῦμαι πρίν θύραν ἐκείνην καί θρόνον ἐκεῖνον ἀσπάσασθαι».
Και τελικά φαίνεται ότι ο ιεράρχης υπερισχύει μέσα του, αφού ενώ αναμένει το πλοίο που θα τον μεταφέρει στα Κύθηρα αποφασίζει να μείνει και να πεθάνει μέσα στον ναό, όπως απερίφραστα δηλώνει «ἐγώ κατά χώραν ἐπ’ ἐκκλησίας μενῶ, τάς παναγεῖς προστήσομαι χέρνιβας, προσφύσομαι τῶν κιόνων τῶν ἱερῶν, αἵ τήν ἄσυλον ἀπό γῆς ἀνέχουσιν τράπεζαν, ἐκεῖ καί ζῶν καθεδοῦμαι, καί ἀποθανών κείσομαι. λειτουργός εἰμι τοῦ θεοῦ, καί τήν ψυχήν ἴσως ἀπολειτουργῆσαί με δεῖ. οὐ μήν ὁ γε θεός περιόψεται τόν βωμόν τόν ἀναίμακτον ἱερέως αἵματι μιαινόμενον».
Τώρα, στο τέλος της σύντομης επισκοπικής του θητείας, στο τέλος της πατρίδας ίσως και στο τέλος της ζωής του ο Συνέσιος αποκαλύπτει τις ανθρώπινες αδυναμίες του, καθώς γράφει «ὑπέρ ἐμαυτοῦ πεφοβημένος…αἰσχύνομαι». Υπερβαίνει όμως τις αδυναμίες του και συμπεριφέρεται ως «λειτουργός…τοῦ θεοῦ», ως ιεράρχης που δεν μπορεί να εγκαταλείψει το χειμαζόμενο ποίμνιο, αλλά και ως φιλόπατρις που αδυνατεί να αφήσει την πατρίδα και τους συμπολίτες του, ως «λειτουργός» της πατρίδας.
Λειτουργός του Θεού αλλά και λειτουργός της πόλης, ταυτίζει την ιερωσύνη με την ίδια την Κυρήνη. Ταυτίζει το χρέος προς την πατρίδα με την ευθύνη απέναντι στο ποίμνιό του και δεν διστάζει να φτάσει ως το θάνατο για τον Θεό, για την πατρίδα, εν τέλει και ίσως πρωτίστως, για τον άνθρωπο.
(…)
Πρέπει να χαρακτήριζε τον Πυλαιμένη ιδιαίτερη ευγλωττία, γιατί ο Συνέσιος διαβάζει μια επιστολή του ενώπιον των συμπατριωτών του κι εκείνοι εντυπωσιάζονται ( «Καί δῆτα παρασκεύασά σοι θέατρον ἐπί Λιβύης Ἑλληνικόν, ἀπάγγειλας ἥκειν ἀκροασομένοις ἐλλογίμων γραμμάτων. Καί νῦν ἐν ταῖς παρ’ ἡμῖν πόλεσιν ὁ Πυλαιμένης πολύς, ὁ δημιουργός τῆς θεσπεσίας έπιστολῆς»).
Ο Συνέσιος «φοβάται» ότι και δική του επιστολή θα αναγνωστεί από τον Πυλαιμένη δημόσια στο «Πανελλήνιον»( «Οὐ γάρ μικρός ὁ κίνδυνος ἐν τῷ Πανελληνίῳ τήν ἐπιστολήν ἀναγνωσθῆναι» ) . Πρόκειται για έναν κύκλο διανοουμένων στον οποίο προφανώς ανήκει ο Πυλαιμένης και εντάχθηκε και ο Συνέσιος κατά την παραμονή του στην Κωνσταντινούπολη.(Στο Πανελλήνιον φαίνεται να ανήκουν εκτός από τον Πυλαιμένη και τον Συνέσιο ο Νίκανδρος, ο Τρωΐλος, ο Θεότιμος ίσως και ο Αναστάσιος.)
(…)
Η δήλωση δε του Συνέσιου ότι είναι πιθανόν το έργο του να διαβαστεί από τους «Έλληνες»(Ἄν μέν οὖν καί σοί δοκῇ, κοίνωσαι τόν λόγον τοῖς Ἕλλησιν) μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι και αυτός (ο Νίκανδρος) είναι μέλος του «Πανελληνίου».
(Πηγή : ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ , ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΣΧΟΛΗ , ΤΜΗΜΑ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ, ΣΥΝΕΣΙΟΣ ΚΥΡΗΝΑΙΟΣ , ΒΙΟΣ – ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ – ΔΙΔΑΣΚΑΛΙA, Μεταπτυχιακή εργασία, της Μαρίας Γ. Κούντη , Θεσσαλονίκη 2012 )http://ikee.lib.auth.gr/record/131211/files/GRI-2013-9984.pdf
O ρωμαϊκός ( ή ελληνορωμαϊκός ) εθνισμός του...
αναγνώσατε ολόκληρο το άρθρο πατώντας εδώ:
"Φρικτόν άστυ"
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου