Κυριακή 5 Νοεμβρίου 2017

'lawyalty.wordpress.com" ενδιαφέροντα άρθρα


Ο ελληνικός εθνισμός του Συνέσιου 
Γεννήθηκε γύρω στο 370 στην Κυρήνη. Μεγάλωσε σε μία εύπορη οικογένεια γαιοκτημόνων που ανάγει την καταγωγή της στους Ηρακλείδες που αποίκησαν την περιοχή και ίδρυσαν την πόλη της Κυρήνης. Περήφανος για την καταγωγή του γράφει
«Ἀναμνήσθητε γάρ ὑμεῖς τίς ἦν πρώην (πρός ἐμέ τόν, εἰ μηδέν ἄλλο, ἐξ ἐκείνων γενόμενον ὧν ἀπ’ Εὐρυσθένους τοῦ καταγόντος Δωριέας εἰς Σπάρτην μέχρι τοὐμοῦ πατρός αἱ διαδοχαί ταῖς δημοσίαις ἐνεκολάφθησαν κύρβεσιν) ἄνθρωπος οὐκ ἔχων εἰπεῖν ὄνομα πάππου…» και «Ὤ μοι Κυρήνης, ἧς αἱ δημόσιαι κύρβεις μέχρις ἐμοῦ κατάγουσι τάς ἀφ’ Ἡρακλέους διαδοχάς«.
(…)

Διεκτραγωδεί τα δεινά της πατρίδας του, αλλά και του ίδιου και δηλώνει με πόνο ότι αν επιβιώσει και κατορθώσει να φτάσει στα Κύθηρα θα ζήσει ως «πήνης ἀπό κτηματικοῦ, μέτοικος, ἀτιμότερος ἀστοῦ…ξένος, ἀλήτης», αυτός ο ένδοξος απόγονος των Δωριέων.
Θυμάται την καταγωγή του και θρηνεί ως πολίτης της «ἀρχαίας πόλης»,
«Ὤμοι Κυρήνης ἧς αἱ δημόσιαι κύρβεις μέχρις ἐμοῦ κατάγουσι τάς ἀφ’ Ἡρακλέους διαδοχάς, οὐ γάρ ἄν εἴην ἀρχαῖος ἐν εἰδόσιν ὀλοφυρόμενος τήν καταβεβλημένην εὐγένειαν. ὤ μοι τῶν τάφων, ὧν οὐ μεθέξω τῶν Δωρικῶν». Αλλά παράλληλα θρηνεί και ως ιεράρχης, ως «ὕστατος ἱερεύς» της δύστυχης «Πτολεμαΐδος» και δηλώνει «ἔδει μέν οἴχεσθαι πλέοντας, ἀλλ’ ὅταν ἐπί ναῦν τις καλῇ, μικρόν ἀναμεῖναι δεήσομαι, βαδιοῦμαι γάρ πρῶτον ἐπί τόν νεών τοῦ θεοῦ, κυκλώσομαι τό θυσιαστήριον, δάκρυσι βρέξω τό τιμαλφέστατον ἔδαφος, οὐκ ἀποδραμοῦμαι πρίν θύραν ἐκείνην καί θρόνον ἐκεῖνον ἀσπάσασθαι».
Και τελικά φαίνεται ότι ο ιεράρχης υπερισχύει μέσα του, αφού ενώ αναμένει το πλοίο που θα τον μεταφέρει στα Κύθηρα αποφασίζει να μείνει και να πεθάνει μέσα στον ναό, όπως απερίφραστα δηλώνει «ἐγώ κατά χώραν ἐπ’ ἐκκλησίας μενῶ, τάς παναγεῖς προστήσομαι χέρνιβας, προσφύσομαι τῶν κιόνων τῶν ἱερῶν, αἵ τήν ἄσυλον ἀπό γῆς ἀνέχουσιν τράπεζαν, ἐκεῖ καί ζῶν καθεδοῦμαι, καί ἀποθανών κείσομαι. λειτουργός εἰμι τοῦ θεοῦ, καί τήν ψυχήν ἴσως ἀπολειτουργῆσαί με δεῖ. οὐ μήν ὁ γε θεός περιόψεται τόν βωμόν τόν ἀναίμακτον ἱερέως αἵματι μιαινόμενον».
Τώρα, στο τέλος της σύντομης επισκοπικής του θητείας, στο τέλος της πατρίδας ίσως και στο τέλος της ζωής του ο Συνέσιος αποκαλύπτει τις ανθρώπινες αδυναμίες του, καθώς γράφει «ὑπέρ ἐμαυτοῦ πεφοβημένος…αἰσχύνομαι». Υπερβαίνει όμως τις αδυναμίες του και συμπεριφέρεται ως «λειτουργός…τοῦ θεοῦ», ως ιεράρχης που δεν μπορεί να εγκαταλείψει το χειμαζόμενο ποίμνιο, αλλά και ως φιλόπατρις που αδυνατεί να αφήσει την πατρίδα και τους συμπολίτες του, ως «λειτουργός» της πατρίδας.
Λειτουργός του Θεού αλλά και λειτουργός της πόλης, ταυτίζει την ιερωσύνη με την ίδια την Κυρήνη. Ταυτίζει το χρέος προς την πατρίδα με την ευθύνη απέναντι στο ποίμνιό του και δεν διστάζει να φτάσει ως το θάνατο για τον Θεό, για την πατρίδα, εν τέλει και ίσως πρωτίστως, για τον άνθρωπο.
(…)
Πρέπει να χαρακτήριζε τον Πυλαιμένη ιδιαίτερη ευγλωττία, γιατί ο Συνέσιος διαβάζει μια επιστολή του ενώπιον των συμπατριωτών του κι εκείνοι εντυπωσιάζονται ( «Καί δῆτα παρασκεύασά σοι θέατρον ἐπί Λιβύης Ἑλληνικόν, ἀπάγγειλας ἥκειν ἀκροασομένοις ἐλλογίμων γραμμάτων. Καί νῦν ἐν ταῖς παρ’ ἡμῖν πόλεσιν ὁ Πυλαιμένης πολύς, ὁ δημιουργός τῆς θεσπεσίας έπιστολῆς»).
Ο Συνέσιος «φοβάται» ότι και δική του επιστολή θα αναγνωστεί από τον Πυλαιμένη δημόσια στο «Πανελλήνιον»( «Οὐ γάρ μικρός ὁ κίνδυνος ἐν τῷ Πανελληνίῳ τήν ἐπιστολήν ἀναγνωσθῆναι» ) . Πρόκειται για έναν κύκλο διανοουμένων στον οποίο προφανώς ανήκει ο Πυλαιμένης και εντάχθηκε και ο Συνέσιος κατά την παραμονή του στην Κωνσταντινούπολη.(Στο Πανελλήνιον φαίνεται να ανήκουν εκτός από τον Πυλαιμένη και τον Συνέσιο ο Νίκανδρος, ο Τρωΐλος, ο Θεότιμος ίσως και ο Αναστάσιος.)
(…)

Η δήλωση δε του Συνέσιου ότι είναι πιθανόν το έργο του να διαβαστεί από τους «Έλληνες»(Ἄν μέν οὖν καί σοί δοκῇ, κοίνωσαι τόν λόγον τοῖς Ἕλλησιν) μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι και αυτός (ο Νίκανδρος) είναι μέλος του «Πανελληνίου».
(Πηγή : ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ , ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΣΧΟΛΗ , ΤΜΗΜΑ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ, ΣΥΝΕΣΙΟΣ ΚΥΡΗΝΑΙΟΣ , ΒΙΟΣ – ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ – ΔΙΔΑΣΚΑΛΙA, Μεταπτυχιακή εργασία, της Μαρίας Γ. Κούντη , Θεσσαλονίκη 2012 )http://ikee.lib.auth.gr/record/131211/files/GRI-2013-9984.pdf
O ρωμαϊκός ( ή ελληνορωμαϊκός ) εθνισμός του...
αναγνώσατε ολόκληρο το άρθρο πατώντας εδώ:

"Φρικτόν άστυ"
Οκτώβριος 5, 2016
Οι μήνες του φθινοπώρου, και ιδίως ο Σεπτέμβριος και ο Οκτώβριος, είναι για πολλούς στην Ελ­λάδα συνώνυμοι μιας συγκεκριμένης μορφής μετακαλοκαιρινής κατάθλιψης. Σε μια συνήθως υπέροχη εποχή του χρόνου, όπου η θερινή καλοκαιρία ουσιαστικά συνεχίζεται σε κλιματικά και τουριστικά πιο ήπιους και ήρεμους ρυθμούς, η επαφή με την φύση, τον ήλιο και την θάλασσα δια­κόπτεται βίαια λόγω της επιστροφής στο συνήθως αποκρουστικό αστικό περιβάλλον των νεοελλη­νικών πόλεων.
Σε χειρότερη μοίρα βρίσκονται αναμφίβολα όσοι κατοικοεδρεύουν στο άλλοτε «κλεινόν άστυ» των Αθηνών και σε ακόμα χειρότερη όσοι επιστρέφουν σε αυτό μετά από μια κάπως μακρά καλοκαιρινή απουσία. Όσο πιο μακρά η απουσία τόσο μεγαλύτερη και η αποτοξίνω­ση από την αστική ζούγκλα και, κατά συνέπεια, τόσο πιο τραυματική εμπειρία η επιστροφή σε αυ­τήν.
Σε στιγμές όπως αυτές γεννώνται ίσως σε διάφορες μορφές και τα αντίστοιχα ερωτήματα: Πώς σε μια τόσο όμορφη χώρα, όπου στις πεδινές και παραθαλάσσιες ζώνες της περίπου τον μισό χρόνο επικρατούν υπέροχες κλιματικές συνθήκες, καταφέραμε να στοιβάξουμε σχεδόν το ήμισυ του πλη­θυσμού σε ένα δυσλειτουργικό, γκρίζο και ανυπόφορο αστικό μόρφωμα;
Πώς και γιατί η επαφή με το φυσικό περιβάλλον, την ανθρώπινη κλίμακα των αποστάσεων και τους φυσιολογικούς ρυθμούς ζωής έχει τον χαρακτήρα εξαίρεσης και όχι αυτονόητου κανόνα; Πώς καταφέραμε να θεωρούμε φυ­σιολογικό το να ζει κανείς σε μια πόλη, την οποία λαχταρά να εγκαταλείπει σε όλες τις διαθέσιμες περιστάσεις, όπως προδίδει εύγλωττα κάθε «μεγάλη έξοδος» των Αθηναίων; Γιατί το φθινόπωρο να σημαίνει το απότομο και καταθλιπτικό τέλος του καλοκαιριού, με την (ορεσίβιων κλιματικών και ανθρωπολογικών καταβολών) ευχή-κατάρα «καλό χειμώνα!», και όχι την φυσιολογική συνέχισή του;
Η απάντηση στα ερωτήματα αυτά περνά σίγουρα μέσα από ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία αποτυχίας του νεοελληνικού κράτους. Αυτό δεν είναι άλλο από την δραματική ασυμμετρία ανάμε­σα στην πρωτεύουσα και την «επαρχία».
Η ασυμμετρία δεν αφορά τόσο ή μόνο τα πληθυσμιακά μεγέθη, αλλά τις πιο ουσιαστικές πτυχές της αστικοποίη­σης.
Πρόκειται ουσιαστικά για την ανισο­μέρεια ανάμεσα στο κατά βάσιν ένα και μόνο κέντρο, στο οποίο έχουν αναπτυχθεί ουσιαστικοί θύλακες αστικής κουλτούρας, και στις πάμπολλες επαρχιακές πόλεις και χωριά, όπου κινδυνεύει να κατακυριευθεί κανείς από αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί «σύν­δρομο του Μιχαήλ Χωνιάτη».
Όταν ο λόγιος Μικρασιάτης κληρικός έφτασε στην Αθήνα το φθι­νόπωρο του 1182 για να αναλάβει καθήκοντα μη­τροπολίτη, σύντομα διαπίστωσε ότι η Αθήνα της εποχής του ελάχιστη σχέση είχε με το «κλεινόν άστυ» που είχε γνωρίσει μέσα από τις κλασικές του σπουδές.
Μεγάλη ήταν η απογοήτευσή του όταν άρχισε να συνειδητοποιεί το χάσμα του με τον ντόπιο, κατά βάσιν αγροτικό πληθυσμό, με τον οποίον μιλούσε διαφορετική γλώσσα, όχι μόνο κυ­ριολεκτικά, καθώς η αρχαΐζουσα ελληνική του Χωνιάτη ήταν σε μεγάλο βαθμό ακατανόητη στο ποίμνιό του, αλλά και μεταφορικά, δηλαδή σε επί­πεδο μόρφωσης, πνευματικών οριζόντων και εν­διαφερόντων.
Στην εποχή του Χωνιάτη η Αθήνα ήταν ...
αναγνώσατε ολόκληρο το άρθρο εδώ:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου