Με δεδομένο ότι η υπεραλίευση αναγνωρίζεται ως ένα διεθνές πρόβλημα με περιβαλλοντικές, οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις και με αφορμή τη Διεθνή Διάσκεψη Υψηλού Επιπέδου για την Αλιευτική Ικανότητα, που πραγματοποιείται στις 13 και 14 Μαρτίου, στη Θεσσαλονίκη, η ομάδα Ιστοσελίδας της Προεδρίας πήρε συνέντευξη από τη δρ. Όλγα Αρμένη, σύμβουλο του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Αθανάσιου Τσαυτάρη
Ερ: Τι είναι η Κοινή Αλιευτική Πολιτική και ποιοι οι λόγοι που οδήγησαν στην αναθεώρησή της;
Απ: Η Κοινή Αλιευτική Πολιτική είναι ένα πλαίσιο κανόνων που αφορούν στην άσκηση της πολιτικής αλιείας από τα κράτη- μέλη της ΕΕ και έχει ως στόχο τη διασφάλιση της μακροπρόθεσμης περιβαλλοντικής, οικονομικής και κοινωνικής βιωσιμότητας στην αλιεία και την υδατοκαλλιέργεια.
Δεδομένου, ωστόσο, ότι ο κλάδος της αλιείας είναι αντιμέτωπος με ένα αβέβαιο μέλλον και την ανησυχητική κατάσταση των αποθεμάτων (καθώς τα σκάφη της ΕΕ εξακολουθούν να αλιεύουν περισσότερα ψάρια από όσα μπορούν να αναπαραχθούν με ασφάλεια) η ΕΕ προχώρησε στην αναθεώρηση της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής με στόχο την ορθολογική ανάπτυξη του τομέα, τη δημιουργία νέων ευκαιριών απασχόλησης στις παράκτιες περιοχές και τελικά την προμήθεια των καταναλωτών με υγιεινό ψάρι, αποτέλεσμα ορθολογικής αλιείας.
Ερ: Ποια είναι τα αποτελέσματα από την μέχρι τώρα εφαρμογή της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής; Τι μπορούμε να περιμένουμε στο μέλλον;
Απ: Σήμερα δεν υπάρχουν επιστημονικές γνωμοδοτήσεις που να προσδιορίζουν με σαφήνεια την κατάσταση του 60% των αποθεμάτων. Ο τρόπος διαχείρισης των αλιευτικών αποθεμάτων την περίοδο 2003-2010 αποδεικνύει ότι οι δυνατότητες αλιείας που είχε εγκρίνει το αρμόδιο Συμβούλιο ήταν υψηλότερες κατά 40% σε σχέση με τις επιστημονικές γνωμοδοτήσεις. Σύμφωνα με επιστημονικές εκτιμήσεις, μέχρι σήμερα οι απορρίψεις ανέρχονται στο 23% επί της συνολικής αλιευτικής παραγωγής, που σημαίνει ότι 1,7 εκατομμύρια τόνοι ψαριών ετησίως πετάγονται πίσω στη θάλασσα.
Παράλληλα, την τελευταία δεκαετία έχει χαθεί πάνω από το 30% των θέσεων εργασίας στον αλιευτικό τομέα και οι νέοι δεν ενδιαφέρονται να εισέλθουν στο επάγγελμα, ενώ πάνω από το 65% των αλιευτικών προϊόντων στην ΕΕ προέρχεται από εισαγωγές.
Με την εφαρμογή της αναθεωρημένης πολιτικής και ειδικότερα της αρχής της «μέγιστης βιώσιμης απόδοσης», αναμένεται ότι τουλάχιστον το 80% των αποθεμάτων θα αλιεύεται σε επίπεδα «μέγιστης βιώσιμης απόδοσης» το 2020. Ο όγκος των αποθεμάτων εκτιμάται ότι θα αυξηθεί κατά 15 εκατομμύρια τόνους και η παραγωγή κατά 500.000 τόνους, ενώ παράλληλα, το 2022, ο αριθμός των θέσεων εργασίας εκτιμάται ότι θα σημειώσει άνοδο της τάξης του 30% .
Ερ: Πώς μπορεί να συμβάλλει το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας στην επίτευξη αυτών των στόχων;
Αρ: Το νέο Ταμείο αλιείας (Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας), με προϋπολογισμό 6,4 δις ευρώ για την περίοδο 2014-2020, στηρίζει κατά προτεραιότητα μικρές και μικρομεσαίες επιχειρήσεις σε δράσεις όπως η αλλαγή μηχανής και η αγορά εξοπλισμού αλιευτικών σκαφών για τη βελτίωση των συνθηκών ασφάλειας και υγιεινής των εργαζομένων καθώς και η παύση των αλιευτικών δραστηριοτήτων για περιορισμένο χρονικό διάστημα.
Προβλέπονται ακόμη, η στήριξη της ανασύστασης των αποθεμάτων, η προοδευτική απαγόρευση των απορρίψεων, η ενίσχυση των δραστηριοτήτων υδατοκαλλιέργειας, η προώθηση της καινοτομίας σε πρακτικές που στοχεύουν στην περιβαλλοντική προστασία και η λήψη μέτρων για τη μικρή παράκτια αλιεία και τους νέους αλιείς. Επιπλέον, το Ταμείο στηρίζει δράσεις της Ολοκληρωμένης Θαλάσσιας Πολιτικής που αφορούν στη συλλογή αλιευτικών δεδομένων και δαπανών ελέγχου των αλιευτικών δραστηριοτήτων, στη μεταποίηση και στην εμπορία των αλιευτικών προϊόντων.
Ερ: Πώς κατανέμονται οι πόροι στα κράτη μέλη;
Απ: Η κατανομή των πόρων μεταξύ των κρατών-μελών λαμβάνει, μεταξύ άλλων, υπόψη τα κριτήρια απασχόλησης, την παραγωγή αλιείας και υδατοκαλλιέργειας και τη συμμετοχή της μικρής παράκτιας αλιείας στον αλιευτικό στόλο. Με τον τρόπο αυτό η ΕΕ προσδοκά να επιτύχει τη βελτίωση της κατάστασης στον αλιευτικό τομέα και την άνοδο του επιπέδου διαβίωσης των αλιέων στα κράτη μέλη.
Ερ: Το πρόβλημα των μειωμένων αποθεμάτων και της υπερ- ικανότητας αγγίζει μόνο την ΕΕ ή είναι ευρύτερο;
Απ: Το πρόβλημα είναι ευρύτερο και απαιτείται συντονισμένη δράση για την αντιμετώπισή του. Στο πλαίσιο αυτό, πραγματοποιείται Διεθνής Διάσκεψη Υψηλού Επιπέδου για την Αλιευτική Ικανότητα, στις 13 και 14 Μαρτίου, στη Θεσσαλονίκη, με τη συμμετοχή χωρών που αποδίδουν ιδιαίτερη σημασία στην αλιεία, όπως οι ΗΠΑ, η Ιαπωνία και η Ινδονησία. Σκοπός της Διάσκεψης είναι η μεγαλύτερη δραστηριοποίηση των εμπλεκομένων διεθνώς σε θέματα διαχείρισης της αλιευτικής ικανότητας με την υπογραφή από τους συμμετέχοντες μιας Κοινής Δήλωσης. Η Δήλωση αυτή αποτελεί πολιτική δέσμευση για τους υπογράφοντες και στηρίζεται σε εγκεκριμένες πολιτικές. Με τον τρόπο αυτό, χώρες εκτός ΕΕ, θα αναγκαστούν να συμμορφωθούν και να πάρουν μέτρα για την αντιμετώπιση του προβλήματος της υπερ-ικανότητας.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου