«Η σύγχρονη Ελλάδα, η Ελλάδα του 2013 ζει την ιστορική στιγμή της τιτάνιας προσπάθειας που καταβάλει ο Λαός μας με όλες τις δυνάμεις του να ξεπεράσει την σημαντικότερη οικονομική κρίση που εμφανίστηκε ποτέ σε κράτος μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Και όπως τότε βγήκαμε νικητές απέναντι στο ναζισμό και το μίσος προς την ανθρώπινη ύπαρξη έτσι και τώρα, η Ελλάδα θα νικήσει, θα σταθεί στα πόδια της και θα θεραπεύσει τις πληγές της.
Η οικονομική κρίση είχε συνέπειες όχι μόνον σε μακροοικονομικό και μικροοικονομικό επίπεδο. Είχε και πολλαπλές κοινωνικές συνέπειες. Η Ελληνική Δημοκρατία έχει εδώ και καιρό τεθεί αντιμέτωπη με τη βία , η οποία απειλεί τα θεμέλια της και τα θεμέλια της ελληνικής κοινωνίας, και υπονομεύει βασικά έννομα αγαθά των Ελλήνων πολιτών.
Η βία αυτή εμφανίστηκε με πολλές μορφές και προκλήθηκε είτε από μεμονωμένους πολίτες είτε από οργανωμένες ομάδες. Άλλοτε ως αυτοδικία, που εκφράζει την κοινωνική διαμαρτυρία για πράξεις ή παραλείψεις της Πολιτείας. Άλλοτε σαν αυτόκλητη εκδικητική ενέργεια κατά φυσικών και νομικών προσώπων με αιτία το αίσθημα της αδικίας ή του ασύμβατου των αρχών και ιδεών ή της παρεμπόδισης της δράσης. Και άλλοτε με την δικαιολογητική βάση της «τιμωρίας» των υπαίτιων για τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν, υπαρκτά και μη.
Έτσι γίναμε μάρτυρες, διαχρονικά, φαινομένων όπως η επίθεση σε συνανθρώπους μας με βάση φυλετικά ή εθνολογικά ή ακόμα και κοινωνικά κριτήρια, οι τρομοκρατικές ενέργειες, η βιαιοπραγία εναντίον εκπροσώπων της πολιτείας ή πολιτευτών ή συνδικαλιστικών, η στοχοποίηση οργάνων της τάξης, η καταστροφή της ιδιοκτησίας, δημόσιας και ιδιωτικής κ.α. με το πρόσχημα ότι οι απόψεις που εκφράζονται δεν είναι ορθές ή δεν μπορούν να γίνουν ανεκτές. Η βία με το πρόσχημα αυτό αποτελεί τη χειρότερη μορφή φασισμού, αφού αναιρεί τα συνταγματικά έννομα αγαθά της προσωπικής ελευθερίας του πολίτη, της ισότητας και του δικαιώματος για την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας υπονομεύει την κοινωνική συνοχή αλλά και τις δυνατότητες ανάπτυξης και ευημερίας των πολιτών και της κοινωνίας. Ο Μαχάτμα Γκάντι έλεγε «Διαφωνώ με τη βία γιατί ακόμα και όταν φαίνεται να είναι για καλό, το καλό αυτό είναι μόνο προσωρινό , ενώ το κακό που κάνει είναι μόνιμο». Κάθε Δημοκράτης πολίτης δεν μπορεί να διαφωνήσει με τη σκέψη αυτή.
Ταυτόχρονα, η ανοχή στη βία την ανατροφοδοτεί και οδηγεί στην επικράτηση του δίκαιου του ισχυροτέρου : η έννομη τάξη καταλύεται και ο ισχυρός μπορεί να επιβάλει τη θέληση του στους ασθενέστερους αρκεί να προβάλλει μια στοιχειωδώς ανεκτή δικαιολογητική βάση για τις ενέργειες του. Οι βασικές ελευθερίες δεν τηρούνται και η αρχή της ισότητας μένει κενό γράμμα.
Η Πολιτεία και η Κοινωνία δε μπορούν να μείνουν παρατηρητές στο φαινόμενο αυτό. Ούτε μπορούν να περιμένουν την αυτόματη λύση του προβλήματος με την εξομάλυνση των συνθηκών. Η λύση που προτείνεται δεν είναι πρωτότυπη, ούτε πάντα εύκολα εφαρμόσιμη, είναι όμως ΜΟΝΑΔΙΚΗ: η επικράτηση της έννοιας του Κράτους Δικαίου. Η απαρέγκλιτη και χωρίς αστερίσκους και προφάσεις αντιμετώπιση όλων ανεξαιρέτως των εκφάνσεων βίας από την Πολιτεία και τη Δικαιοσύνη, χωρίς συμψηφισμούς του ύφους «αφού εσύ έκανες αυτό, δικαιούμαι και εγώ να κάνω το ίδιο ή κάτι άλλο». . Η Δικαιοσύνη είναι ταγμένη να προστατεύει το άτομο. Το άτομο που βρίσκεται στο κέντρο της ηθικής, όπου αυτό, καθαυτό, αναγορεύεται ως υπέρτατο αγαθό της ζωής και ως αγαθό με ιδιαίτερη αξία. Το αντίθετο συνιστά λαϊκισμό. Η κατηγοριοποίηση των εκφάνσεων της βίας θα απασχολήσει κατά την ποινική αξιολόγηση αλλά δεν πρέπει να αφαιρέσει από την Πολιτεία τη δυνατότητα να αντιμετωπίσει κάποια κρούσματα επειδή στο παρελθόν άλλες περιπτώσεις δεν αντιμετωπίστηκαν με την ίδια επιτυχία
Το μήνυμα πρέπει ΚΑΙ να είvαι σαφές και να έχει πολλούς αποδέκτες. : Σε μία συντεταγμένη και ευνομούμενη Πολιτεία, όπως η Ελληνική Δημοκρατία, η τήρηση της τάξης επαφίεται αποκλειστικά στο Κράτος και τους θεσμούς του και η εφαρμογή των νόμων στην Δικαιοσύνη. Κάνεις δεν είναι πάνω από το Νόμο, κανένας δεν είναι πάνω από την Δικαιοσύνη. Η Πολιτεία οφείλει και έχει την παραπάνω αρχή ως κορωνίδα της λειτουργίας της και την τηρεί χωρίς εξαιρέσεις, επιφυλάξεις και αμφιβολίες.
Η Πολιτεία οφείλει ακόμα να διαμορφώνει το κατάλληλο πλαίσιο για την καταστολή της βίας. Η ισχύουσα Νομοθεσία είναι κατά κανόνα επαρκής. Όπου διαπιστώνεται ότι χρειάζεται επανεξέταση, γιατί οι εξελίξεις το επιβάλλουν , πρέπει να γίνεται . Χαρακτηριστική περίπτωση είναι το νέο Ν/Σ για την αντιμετώπιση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας, το οποίο κατατίθεται στη Βουλή. Το υπάρχον νομικό πλαίσιο του ν. 927/1979 επανεξετάζεται κάτω από την οπτική της εναρμόνισης με τα σύγχρονα διεθνή κείμενα και της αξιολόγησης με τις ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας.
Ορισμένοι αναφέρονται σε ασαφείς έννοιες, όπως «θεσμικοί βία», προσπαθώντας να αναιρέσουν την αυτονόητη στο δημοκρατικό πολίτευμα κυριαρχία της Δημοκρατίας επί της τήρησης της τάξης. Την έννοια αυτή δεν μπορούμε να την αποδεχτούμε, γιατί δε μπορούμε να απόσχουμε ως κοινωνία και ως Κυβέρνηση από την αρχή του Κράτους Δικαίου. Είτε οι θεσμοί θα λειτουργούν εντός του πλαισίου που οι Νόμοι και το Σύνταγμα ορίζουν και επομένως δεν μπορούμε να ομιλούμε για «θεσμική βία», είτε οι εκφραστές των θεσμών παρανομούν και δεν εκφράζουν πλέον τους θεσμούς. Μέση οδό δεν αναγνωρίζουμε και θεωρούμε επικίνδυνους όσους πιστεύουν το αντίθετο.
Η βία δεν μπορεί να είναι ανεκτή, όποιος και αν την προκαλεί, ανεξαρτήτως πολιτικής, κοινωνικής προέλευσης και συγκυριών. Ως Ελληνική Πολιτεία, ως Ελληνική Κυβέρνηση δεν δεχόμαστε συμψηφισμούς, δεν δεχόμαστε, το διαχωρισμό μεταξύ «καλής» και «κακής βίας» και την τάση ιδεολογικοποίησης εγκληματικών ενεργειών που θίγουν έννομα αγαθά και τη συνοχή της κοινωνίας. Έχουμε εμπιστοσύνη στους θεσμούς, τις αρχές και την ανεξάρτητη ελληνική Δικαιοσύνη, ώστε να διαφυλάξουν τα έννομα αγαθά της ασφάλειας και της ελευθερίας όλων των πολιτών.
Η Σύγχρονη Ελλάδα, η Ελλάδα του Αύριο, η Ελλάδα των Παιδιών μας πρέπει να είναι απαλλαγμένη από το βάρος αυτό. Το οφείλουμε στην ιστορία μας».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου